The Priblic: Introduction


Υλικός και άυλος δημόσιος χώρος στη Νεότερη Ελλάδα: Ιδιώδημο και Ιδιότητα του Πολίτη



O δημόσιος αστικός χώρος, η νεοελληνική πολιτική κουλτούρα
και το ιδιώδημο

Στη νεότερη Ελλάδα ο δημόσιος χώρος ανέκαθεν έπασχε από μιαν απροσδιοριστία. Σε αυτήν περιλαμβάνουμε και τη διάθεση των φορέων εξουσίας και αυθεντίας να τον καπηλευτούν και να τον οικειοποιηθούν ως δικό τους πεδίο αναφοράς και άποψης.
Το μάθημα με τίτλο «Υλικός και άυλος δημόσιος χώρος στη Νεότερη Ελλάδα: Ιδιώδημο και Ιδιότητα του Πολίτη» επιδιώκει α) να συζητήσει τον δημόσιο αστικό χώρο στο ιστορικό πλαίσιο του, β) να τον προσδιορίσει ως υλικό (απτό) και ως άυλο (δυνητικό κτλ) και γ) να εξηγήσει μια νεοελληνική ιδιαιτερότητα: το ιδιώδημον. Αντιλαμβανόμαστε τον δημόσιο χώρο με μια περιβαλλοντική, κοινωνιολογική και επικοινωνιακή διάσταση, εγκιβωτισμένο θεσμικά και εμπλουτισμένο αξιακά (πολιτικά και πολιτισμικά). Του αποδίδουμε υλική και άυλη (αισθητή) φόρμα και τον εκλαμβάνουμε ως ένα χωροχρονικό συνεχές ή ως ένα επικοινωνιακό τοπίο που μεσολαβείται από τον πολιτισμό και περιλαμβάνει τα ΜΜΕ και κάθε μορφή ψηφιακής δικτύωσης.
Στο πλαίσιο των πεπερασμένων συζητήσεων του εαρινού εξαμήνου θεωρήσαμε σκόπιμο να μην συζητήσουμε αναλυτικά το σκέλος που αναφέρεται στον άυλο δημόσιο χώρο. 
Θεωρούμε τη νεοελληνική περίπτωση ως ιδιαιτερότητα, επειδή μας προβληματίζει ως καλλιεργηθείσα ασέβεια του δημόσιου χώρου. Αυτή την ιδιαιτερότητα την αντιλαμβανόμαστε ως ένα ιδιότροπο πολιτισμικό χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας, στην οποία ουδέποτε καλλιεργήθηκε η ιδιότητα του πολίτη (πολιτότητα, citizenship).
Αναπτύσσουμε το συλλογισμό μας -και για την μελλοντική συζήτηση ενδεχομένως-  θεωρώντας χρήσιμο να εννοιολογήσουμε το δημόσιο χώρο στο πλαίσιο μιας ρευστής νεοτερικότητας. Έτσι, λοιπόν, τον δημόσιο χώρο τον αντιλαμβανόμαστε μέσα από μια ολιστική (και κατά συνέπεια διευρυμένη) αντίληψη, τον περιλαμβάνουμε στην ερμηνευτική θεώρηση της ελληνικής ιδιαιτερότητας του δημόσιου χώρου την οποία ορίζουμε ως «ιδιώδημο» [ιδιωτικόν+δημόσιον > ιδιώδημον ή priblic (< private + public)] και παραθέτουμε συμπεράσματα.
Δεν θα συμμεριζόμασταν μιαν εστέτ άποψη, κατά την οποία ο παραβατικός writer, που επεμβαίνει με γκράφιτι στους τοίχους της πόλης, ενσαρκώνει υποκείμενο αστυνομικής και ποινικής δίωξης. Η αισθητική κακοποίηση της πόλης αντανακλά ένα ψυχικό τοπίο και μία ιδεοληψία, αλλά η εμμονή σε αυτή την αισθητική διάσταση και στην ιδεοληψία αποκρύπτει τα σπουδαία και συνταρακτικά προβλήματα της κοινωνίας του ιστορικού κέντρου της Αθήνας, όπως είναι η εξαθλίωση, η εγκληματικότητα, η πορνεία, τα ναρκωτικά, η πείνα, οι άστεγοι και η απάνθρωπη φτώχια. Αλλά η προτεραιότητα που δίνεται στην «αισθητική» του αστικού χώρου εις βάρος της ανθρώπινης υπόστασης πηγάζει από πολύ βαθιά: από την έλλειψη κοινωνικής συνείδησης και φιλανθρωπίας. Κατά συνέπεια θεωρούμε ότι στα υποκείμενα της μελέτης μας πρέπει να περιλαμβάνουμε και όσους προάγουν την περιθωριοποίηση του ποιοτικού ανθρώπινου κεφαλαίου και την καθυπόταξή του στην ολοκληρωτική κυριαρχία μιας αμείλικτα ταξικής γλώσσας που συνοψίζει έναν μικροαστικό, ασήμαντο, φοβισμένο, ανέμελο και καθ’ όλα κλαστικό τρόπο ζωής ενός βίου αν-άξιου.
Αυτή η έλλειψη κοινωνικής συνείδησης, ως κοινωνική αναπηρία, οδηγεί σε μιαν ασέβεια του δημόσιου χώρου και των θεσμών, δηλαδή των κανόνων δικαίου, διότι δεν έχουμε καλλιεργήσει την πολιτότητα, δηλαδή την ιδιότητα του πολίτη, που μάλλον θα μας βελτίωνε συμπεριφορικά ως συνειδητά υποκείμενα μιας πολιτείας σε επίπεδο «καθαριότητας», «ωραιότητας», υγιεινής και καλών τρόπων, αλλά τούτα σαφώς δεν είναι τα μείζονα και καίρια ζητήματα του δημόσιου αστικού χώρου, αλλά ενός μικροαστικού κομφορμισμού. Όσο λοιπόν ο άρχων μικροαστισμός ή κομφορμισμός επικεντρώνεται άστοχα στην καθαριότητα και στην ομορφιά της πόλης και ξιφομαχεί άλογα με έναν κατασκευασμένο για τις διαλεκτικές ανάγκες του περιθωριακό λαϊκισμό, χάνει τον χρόνο του από τα κοινωνικώς και αξιακώς καίρια, που όζουν στα πεζοδρόμια της πραγματικότητας.

Προτείνουμε μια διευρυμένη εννοιολόγηση του δημόσιου χώρου ως πολιτισμικό εργαλείο, ως επικοινωνιακό δίκτυο, ως νεοελληνικό ιδιώδημο. Αν κάποιος συνειδητοποιεί ότι τον αφορά αυτή η συμπεριφορά, επειδή έχει καταπατήσει, έχει αυθαιρετήσει, έχει με κάποιο τρόπο σφετεριστεί προς ίδιον όφελος ένα «κάτι» του δημοσίου  χώρου, να το συζητήσει με τα «ιδιώδημα εγχειρήματα ή επιτεύγματά του. Προτείνoυμε, εξάλλου, την ανάγκη ερευνητικών εξακτινώσεων σε όλα τα πεδία ή σε όλες τις έννοιες που εξετάζονται ή υπονοούνται.
Π.χ. ένα τέτοιο πεδίο είναι η έννοια του κοινωνικού ελέγχου στον δημόσιο χώρο: α) Οι χώροι δημόσιας πρόσβασης, που τους διαχειρίζονται ιδιώτες, έχουν υψηλότερα επίπεδα ασφαλείας ή ελέγχου; β) Ποιες προϋποθέσεις ιδιοκτησιακού και διαχειριστικού καθεστώτος εξισορροπούν ή μάλλον βελτιώνουν τον έλεγχο ή την υποδομή φιλοξενίας των χρηστών του δημόσιου χώρου; γ) Οι προσωπικές ιδιαιτερότητες των χρηστών δημιουργούν διαφορετικές εντυπώσεις ή προσλήψεις του ελέγχου και της (ιδιωτικής ή δημόσιας) διαχείρισης των δημόσια προσβάσιμων χώρων; Οι παραλίες είναι ένα τέτοιο ζήτημα στην Ελλάδα.

Αδρομερώς, λοιπόν, ο δημόσιος χώρος συνιστά ένα φυσικό τοπίο και ένα χωροχρονικό συνεχές με υλικές και άυλες (αλλά πάντως αισθητές) πτυχές. Οι προϋποθέσεις διαυγασμού του για την ελληνική περίπτωση περιλαμβάνουν: α) την καλλιέργεια συνείδησης της ιδιότητας του πολίτη, β) την άρση της μονολιθικής πελατειακής υπόστασης του πολιτικού συστήματος και γ) την θεσμική υλοποίηση των απαραίτητων χαρτογραφήσεων και την κανονιστική εφαρμογή τους σε όλους τους χρήστες (πολίτες και επιχειρηματίες, κυβερνώντες και κυβερνώμενους).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου